Πόσες φορές οι λέξεις σκέπασαν την αλήθεια της καρδιάς; Πόσες φορές λέξεις έγιναν μαχαίρια που άφησαν το αίμα να κυλάει χωρίς πόνο πλέον. Γιατί το πιο σκληρό δεν είναι ο πόνος αλλά το να πάψεις να νιώθεις οτιδήποτε. Όταν μένεις βουβός κι αναισθητος μπροστά σε αυτά που διαπιστώνεις, που σε αποστομώνουν, που δεν τα περίμενες ποτέ να συμβούν.

Και τότε αρχίζει να γυρνάει η γη, να φεύγει ο χρόνος αλλά εσύ να μένεις εκεί..ακίνητος ανίκανος να αντιδράσεις.. Ο ουρανός σου βαραίνει πέφτει πάνω σου ομίχλη ο αέρας παύει να μπαίνει στα πνευμόνια σου …Και οι επιλογές είναι τότε δύο. Η θα αφεθείς στο σκοτάδι να σε πνίξει ή θα σηκώσεις ψηλά το κεφάλι αναζητώντας την δική σου πνοή..

Η ζωή σου περνάει στην αντιπέρα όχθη και μένεις μόνος εκεί να την βλέπεις… Τότε μια φωνή μέσα σου σε παρακινεί:

“Κουνήσου… πάρε την βάρκα να φτάσεις στην όχθη που σου αξίζει… Εδώ είναι για τους νεκρούς. Μην αφήσεις τον εαυτό σου να πεθάνει… Ακόμα κι όταν έρθει ο θάνατος εσύ να μην πεθάνεις. Δώσε ζωή στη ζωή σου. Δώσε ζωή στον θάνατό σου”

Στην αρχή δεν ήξερες πως να αντιδράσεις, αν θα μπορούσες να κουνήσεις έστω λίγο τα πόδια σου για να μετακινηθείς.. Σιγά σιγά όμως τα κατάφερες . Κάθε βήμα έγινε κατόρθωμα, κάθε ανάσα έγινε ξέφωτο, κάθε βλέμμα έγινε φλόγα. Δεν χρειάστηκε καν να πάρεις την βάρκα για να φτάσεις στην αντιπέρα όχθη. Κολύμπησες με τα δυνατά σου μπράτσα διέσχισες τα κύματα το σώμα σου παραβγηκε με τα δελφίνια που σου έδειχναν τον δρόμο. Καταλαβες ότι δεν είσαι μονος, ότι κάποιος είναι δίπλα σου και σε προσέχει… Δεν ήξερες πως να το προσδιορίσεις. Σίγουρα όμως προερχόταν από τη δύναμη που κάνει τον θάνατο ζωή.

Αυτή την φωνή μην πάψεις ποτέ να την ακούς. Είναι η μοναδική που πρεπει να ακούς.

“Δεν χρειάζεσαι βάρκα. Όταν ακούσεις τη Φωνή… θα κολυμπήσεις με τα δελφίνια του φωτός.”

Από την Ειρήνη Πουλάκου | Διαβάστε περισσότερα στο anasapsychis.gr